ἐργάζομαι

ἐργάζομαι, Il.18.469, etc., Cret. [full] ϝεργάδδομαι Schwyzer181v5 : [tense] fut.
A

-άσομαι Thgn.1116

, etc., [dialect] Dor.

ἐργαξοῦμαι Theoc.10.23

,

ἐργῶμαι PCair.Zen.107.4

(iii B. C.), LXX Ge.29.27, al., IG7.3073.12 (Lebad., ii B. C.) (but Hsch. ἐργᾷ· ἐργάζει): [tense] aor. εἰργασάμην, [dialect] Ion.

ἐργ- Hdt.2.115

, A.Th.845 (lyr.), etc., [ per.] 3pl. opt.

ἐργασαίατο Ar.Av.1147

, Lys.42 ; [dialect] Dor.

ἠργάξαντο SIG248

M (Delph., iv B. C.): [tense] pf. εἴργασμαι, [dialect] Ion.

ἔργ- Hdt.2.121

.έ, A.Fr.311, etc.—These tenses are used both in [voice] Med. and [voice] Pass. signfs.: for other [voice] Pass. tenses, v. infr.111:—[dialect] Att. Inscrr. of cent. iv have ἠργαζόμην, ἠργασάμην, ([etym.] ἐξ-) IG22.1585.11, 1669.10, al., but εἴργασμαι ib.1666 A27 ; so also ἠργάσατο ib.7.424 (Oropus, iv B. C.), εἰργασμένος ib.3073.51 (Lebad., ii B. C.),

ἐξήργασατο UPZ19.8

(ii B. C.),

εἴργασμαι PCair.Zen.146.3

(iii B. C.); but this rule is often broken in later Pap., Inscrr., and codd.:—work, labour, esp. of husbandry, Hes.Op.299, 309, Th.2.72, etc.; but also of all manual labour, of slaves,

ἐ. ἀνάγκῃ Od.14.272

; of quarrymen, Hdt.2.124, etc.;

τὴν οὐσίαν οὐ δικαζόμενον ἀλλ' ἐργαζόμενον κεκτημένον Antipho 2.2.12

; ἐ. ἐν τοῖς ἔργοις in the mines, D.42.31 : c. dat. instr., χαλκῷ with brass, Hes.Op.151 ; also of animals,

βοῦς ἐργάτης ἐργάζεται S. Fr.563

; of birds working to get food, Arist.HA616b35 ; of bees, ib. 625b22 ; of Hephaestus' self-acting bellows, Il.18.469 ; τὸ χρῆμ' ἐργάζεται the matter works, i.e. goes on, Ar.Ec.148 ;

ὁ ἀὴρ ἐργάζεται

produces an effect,

Thphr.CP5.12.7

; οὐχ ὁμοίως ἐργάσεται τὸ θερμόν ib.6.18.11.
II trans., work at, make, ἔργα κλυτά, of Athena, Od. 20.72, cf. 22.422 ; ἀγάλματα, ὕμνους, Pi.N.5.1,I.2.46 ; τρίποδα, Νίκην, SIG34 (Delph., v B. C.);

ἁμαξίδας Ar.Nu.880

;

οἰκοδόμημα Th.2.76

; εἰκόνας, ἀνδριάντας, καλὰ ἔργα, Pl.Cra.431c, X.Mem.2.6.6, Pl.Men. 91d ; κηρόν, σχαδόνας, of bees, Arist.HA627a6,30 ;

μέλι Sor.Vit. Hippocr.11

; make so and so,

ξηρὸν ἐ. τινά Luc.DMar.11.2

;

μέγαν Ael.VH3.1

.
2 do, perform,

ἔργα ἀεικέα Il.24.733

; ἔργον ἐπ' ἔργῳ ἐ., of husbandmen, Hes.Op.382, cf. 397 ;

ἐργασίας ἐ. Arist.EN1121b33

, cf. X.Oec.7.20 ; ἐναίσιμα, φίλα ἐ., Od.17.321, 24.210 ;

θαυμαστά Pl.Smp.213d

;

περὶ θεοὺς ἄδικον μηδέν Id.Grg.522d

; ἐ. πρᾶγμα, opp. βουλεύειν, S.Ant.267, cf. OT347 ;

τὸ ἔργον Κυρίου 1 Ep.Cor.16.10

: c. dupl. acc., do something to..,

τά περ νῦν ἐ. [ὁ ἥλιος] τὸν Νεῖλον Hdt.2.26

, etc.; chiefly in bad sense, do one ill, do one a shrewd turn,

κακὰ ἐργάζεσθαί τινα S.Ph.786

, Th.1.137, etc.; so οἷά μ' εἰργάσω, τί μ' ἐργάσει; S.Ph.928,1172 (lyr.), etc.;

μὴ δῆτα τοῦτό μ' ἐργάσῃ Id.El. 1206

;

αἴσχιστα ἐ. τινά Ar.V.787

; less freq.,

ἀγαθὰ ἐ. τινά Hdt.8.79

, cf. Th.3.52, Pl.Cri.53a ;

πολλὰ καὶ καλὰ τὴν Ἑλλάδα Id.Phdr.244b

; seldom

τινί τι Ar.V.1350

;

οἷν ἐμοὶ δυοῖν ἔργ' ἐστὶ κρείσσον' ἀγχόνης εἰργασμένα S.OT1374

.
b perform rites,

τὰ ἱερὰ ἐ. 1 Ep.Cor.9.13

.
c in Law, ζημίαν ἐ. do damage, Is.6.20, cf. Hyp.Ath.22.
3 work a material,

ὅπλα..οἷσίν τε χρυσὸν ἐργάζετο Od.3.435

; ἐ. γῆν till the land, Hdt.1.17, etc.;

ἐ. [ἀγροὺς] ἐργάταις X.Cyr.1.6.11

;

γῆν καὶ ξύλα καὶ λίθους Id.HG3.3.7

; [ἀργυρῖτιν] Docum. ap. D.37.28 ; ἐ. θάλασσαν, of traders, D.H.3.46 ; γλαυκὴν ἐ., of fishers, Hes.Th. 440.
4 earn by working,

χρήματα Hdt.1.24

, Ar.Eq.840, etc.;

καινὸν βίον ἐκ τοῦ δικαίου And.1.144

, cf. Hes.Op.43 ;

ἀργύριον ἀπὸ σοφίας Pl.Hp.Ma.282d

;

μισθοῦ τὰ ἐπιτήδεια X.Mem.2.8.2

.
5 work at, practise, μουσικήν, τέχνας, etc., Pl.Phd.60e, R.374a, etc.;

ἐπιστήμας X.Oec.1.7

; ἀρετὴν καὶ σωφροσύνην v.l. in Isoc.13.6 ; δικαιοσύνην, ἀνομίαν, Act.Ap.10.35, Ev.Matt.7.23.
6 abs., work at a trade or business, traffic, trade,

ἐν [γναφείῳ] Lys.23.2

;

ἐν ἐμπορίῳ καὶ χρήμασιν D.36.44

;

ἐν τῇ ἀγορᾷ Id.57.31

(also οἱ τὴν τετράγωνον (sc. ἀγοράν) ἐργαζόμενοι those who trade in the square, BCH8.126 (cf. Glotta14.73));

κατὰ θάλατταν D.56.48

; τούτοις..ναυτικοῖς ἐ. trade with this money on bottomry,
Id.33.4 ;

δὶς ἢ τρὶς ἐ. τῷ αὐτῷ ἀργυρίῳ Id.56.30

; ταῦτα ἐ. thus he trades, Id.25.82 ;

οἱ ἐργαζόμενοι

traders,

Id.34.51

; οἱ ἐν Δήλῳ ἐ., = Lat. qui Deli negotiantur, CIG2285b ; esp. of courtesans, σώματι ἐ., Lat. quaestum corpore facere, D.59.20 ;

ἐπὶ τέγους ἀπὸ τοῦ σώματος Plb.12.13.2

; ἀπὸ τῆς ὥρας Alexis Sam. ap. Ath.13.572f, Plu.Tim.14.
7 cause,

κολακείην Democr.268

;

πημονάς S.Ant.326

;

πόθον τινί D.61.11

;

σύριγγας ἀνιάτους Paul.Aeg. 6.44

.
III [voice] Pass., rarely in [tense] pres. and [tense] impf., D.H.8.87 ([etym.] ἐξ-), Hyp.Eux.35 : [tense] fut.

ἐργασθήσομαι S.Tr.1218

, ([etym.] ἐξ-) Isoc.Ep.6.8 : [tense] pf. εἴργασμαι (v. infr.): [tense] aor. 1

εἰργάσθην Pl.R.353a

, Thphr.HP6.3.2, etc.
1 to be made or built,

ἔργαστο τὸ τεῖχος Hdt.1.179

;

ἐκ πέτρας εἰργασμένος A.Pr.244

;

οἰκοδόμημα διὰ ταχέων εἰργ. Th.4.8

; λίθοι εἰργ. wrought stones, Id.1.93 ;

γῆ εἰργ. X.Oec.19.8

;

θώρακας εὖ εἰργ. Id.Mem.3.10.9

.
2 to be done, A.Ag.354, 1346, E.Hec.1085 ;

εἰργασμένα

things done, deeds,

Hdt.7.53

([etym.] ἐργ-), E.Ion1281, cf. S.OT1369.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εργάζομαι — εργάζομαι, εργάστηκα βλ. πίν. 36 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἐργάζομαι — work pres ind mp 1st sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργάζομαι — και εργάζω (AM ἐργάζομαι) 1. απασχολώ τις σωματικές και πνευματικές μου δυνάμεις στην παραγωγή έργου (α. «εργάζομαι σκληρά» β. «εργάζεται στα χωράφια» γ. «εργάζεται σ’ ένα πρόγραμμα οικονομικής συνεργασίας» δ. «εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ… …   Dictionary of Greek

  • εργάζομαι — εργάστηκα 1. δουλεύω γενικά: Εργάζομαι όπου βρω εργασία. 2. ασκώ επάγγελμα, υπηρετώ κάπου: Εργάζομαι στην τράπεζα. 3. κάνω, εκτελώ την τακτική μου εργασία: Τα δημόσια γραφεία δεν εργάζονται σήμερα. 4. μτφ., λειτουργώ: Το πλυντήριο εργάζεται. 5.… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εργάζομαι — [эргазомэ] ρ. (παθ …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εἰργασμένα — ἐργάζομαι work perf part mp neut nom/voc/acc pl εἰργασμένᾱ , ἐργάζομαι work perf part mp fem nom/voc/acc dual εἰργασμένᾱ , ἐργάζομαι work perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἴργασθε — ἐργάζομαι work plup ind mp 2nd pl ἐργάζομαι work perf imperat mp 2nd pl ἐργάζομαι work perf ind mp 2nd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργασμένα — ἐργάζομαι work perf part mp neut nom/voc/acc pl (ionic) ἐργασμένᾱ , ἐργάζομαι work perf part mp fem nom/voc/acc dual (ionic) ἐργασμένᾱ , ἐργάζομαι work perf part mp fem nom/voc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργάζεσθε — ἐργάζομαι work pres imperat mp 2nd pl (attic) ἐργάζομαι work pres ind mp 2nd pl (attic) ἐργάζομαι work imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰργασμέναι — ἐργάζομαι work perf part mp fem nom/voc pl εἰργασμένᾱͅ , ἐργάζομαι work perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εἰργασμένον — ἐργάζομαι work perf part mp masc acc sg ἐργάζομαι work perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.